Rasgos de Leila (Φάντο στο Κλάκσβικ)


Φίλες μου και φίλοι χρονιά καλή από το ράθυμο ψαροχώρι Κλάκσβικ.

Το χαμηλό του Βορείου Ατλαντικού, σε συνδυασμό με το θεόσταλτο αντικυκλώνα στο στενό του Σκαγκεράκ, δημιούργησαν τις συνθήκες για τη θριαμβευτική μου επιστροφή στις Φερόες. Εδώ έκανα μια από τις ομορφότερες, πιο θεατρικές πρωτοχρονιές της ζωής μου – και να ξέρετε, η Δήμητρα έχει παρευρεθεί σε φεστιβιτέ τέτοιες που θα έκαναν και τα γκαλά της Μπουμπούς Μπαρμπαλιά να μοιάζουν με εσπερίδα μπίνγκο στα Άνω Πεδινά Ζαγορίου, της Υπαπαντής.

Αποχαιρετήσαμε το 2004 στην οικογενειακή ταβέρνα του Φογκ. Ο γερο-Φογκ δεν έχει ούτε τηλεοράσεις, ούτε ραδιόφωνα, ούτε wi-fi και λάπτοπ συνδεδεμένο στο ατομικό ρολόι της Γενεύης. Αφού έσβησε με το απαραίτητο τελετουργικό τον κορμό του Γιούλε που έκαιγε από τις 22 του Δεκέμβρη, μας έγνεψε να διακόψουμε για λίγο το κουτσομπολιό, να πάρουμε τη γνωστή σεμνή πόζα προβάτων που βόσκουν αμήχανα έξω από τη φάτνη της Ναζαρέτ περιμένοντας το θαύμα (κι ελπίζοντας να απαθανατιστούν κάποια μέρα σε σύνθεση της Μαντάμ Τισό, πλάι στο ομοίωμα του Ντείβιντ Μπέκαμ) και βγήκε έξω να διαβάσει την αλλαγή του χρόνου από τον ουρανό! Την ιερή κατάνυξη (και τα χασμουρητά) έσπασε ένας ανόητος που κοίταξε σε κάποια στιγμή το κινητό του και έσκουξε ότι είχε πάει 12:15. Οι ιθαγενείς ξέσπασαν σε αλαλαγμούς, άρχισε να ρέει άφθονο το ζεστό κρασί, μπήκε μέσα κι ο Φογκ – απαρηγόρητος που για πέμπτη συνεχή χρονιά έχασε τα σημάδια του πολικού ουρανού – και η γιορτή πήρε μπρος.

Θα φαντάζεστε ίσως ότι η βραδιά κύλησε με άφθονο ποτό, σολωμό και χορούς Φαρογιώτικους. Κι όμως αγαπητοί αναγνώσται, τα πνεύματα σύντομα ηρέμησαν και η ομήγυρις παραδόθηκε στη σουρεάλ μελαγχολία του φάντο ανσάμπλ του Κλάκσβικ.

***

Η Λέιλα είναι μια λοιμωδώς διαχυτική, κοντόχοντρη σαραντάρα εμιγκρέ. Εμφανισιακά θα έκανε υπέροχα μπλεντ σε λαϊκή αγορά του Υπολοίπου Αττικής και θα την έκανες περισσότερο για μοδίστρα, άντε μηχανορράφα γραμματέα σε δημόσια υπηρεσία, παρά για καλλιτέχνιδα. Έχει βέβαια και μια αδιόρατη τσαχπινιά το βλέμμα της, οπότε μπορείς να τη φανταστείς να κάνει και καμιά καλτ φωτογράφηση μόδας με φόντο τα ντιλαπιντέ βυρσοδεψεία της Σαρρή, στο παλιό μηδέν ένα – γιατί έπιασε τυχαία κουβέντα με τη Μερόπη στο κατάστρωμα της Ναϊάδος, επιστρέφοντας απ’την Αμοργό, όπου η μια θα είχε πάει για προσκύνημα στην Αγια Άννα κι η άλλη για ρέιβ και ρακόμελο. Την επόμενη φορά θα γράψω περισσότερα γι’αυτό το καταπληκτικό κοινωνικό πείραμα που έιναι ευρύτερα γνωστό ως Άνδρος-Τήνος-Μύκονος.

(Αν σας έρχεται να με σιχτιρίσετε για τη μεθυσμένη διήγηση και τις παρενθέσεις επί παρενθέσεων κι ετοιμάζεστε να φύγετε για κάνα γούεμπ σάιτ του στοιχήματος, θυμηθείτε ότι άλλοι αυτό το λένε μη γραμμική ναρατίβα και το μελετούν με δέος στα καλύτερα των πανεπιστημίων του Οξιντάν – άσχετα που σε πετάνε με τις κλωτσιές αν πας να γράψεις κι εσύ έτσι)

Κόρη ιέρειας του φάντο από το Οπόρτο, είχε αφήσει μέσα στη ζούρλα της νιότης μια σίγουρη καριέρα στη μουσική, χάριν της επιστήμης. Έκανε έρευνα κρυπτοζωολογίας στη Μιανμάρ όταν γνώρισε τον έρωτα της ζωής της – ένα χαραμοφάη, αλκοολικό, ξέμπαρκο πρώην λεγεωνάριο, που έφθινε στα μπαρ της Γιανγκόν. Τον παντρεύτηκε κάτω απ’τη γέφυρα Ου Μπέιν μόλις ήρθαν οι υγροί μουσώνες του Ιούνη κι έφυγαν για τις Φερόες, να σαπίσουν εκεί μαζί στο ατέλειωτο σκοτάδι του Δεκέμβρη και το θαμπό φως του Αυγούστου. Ο λεγεωνάριος αποδήμησε από άγνωστα αίτια στον τρίτο χρόνο του γάμου (κουτσομπόλισες της Κλακσβίκης ψυθίριζαν ότι τον δηλητηρίασε η μαιτρέσα του η φυσιοδίφης και ματζουνοτρίφτρα που “εξέδραμεν τακτικώς εις τας Ινδίας”, αλλά είμαι βέβαιη ότι από κίρρωση πήγε ο καψερός) και η Λέιλα, μόνη πλέον, σαν να ξαναβρήκε τη φλόγα την παλιά. Πάντα γοητευτικά αυτά τα ντετούρ – κι όσο μεγαλύτερα είναι, τόσο λιγότερο αξίζει να κλαίνε οι Προυστ των συνοικιακών κομμωτηρίων για το δήθεν χαμένο χρόνο.

Κι έτσι η Λείλα άρχισε δειλά δειλά να ξανατραγουδάει τα τραγούδια της μάνας της σε ταβέρνες του Μπορντόι, αρχικά μόνη κι αργότερα συνεπικουρούμενη από τις μέχρι παρεξηγήσεως λατινοκλίνουσες Φεροέσσες που βρήκαν στο φάντο το άλας της ζωής. Μια μάλιστα από αυτές, η ομόξυγγη μου Μαρίνε Φλουγκντ, με τη μουσούδα οξύρυγχου, ζωντοχήρα ψαρέμπορα, τραγουδάει το φάντο με τέτοιο γνήσιο πόνο που θαρρείς ότι η άνθηση του είδους στις φτωχογειτονιές της Λισαβόνας ήτο τελικώς αξιντάν, αν όχι ιστορική παραφωνία ολκής – σαν ιγκλού στο Κάτω Κουφονήσι ένα πράμα. Και πόνος όχι “βερζιόν οριζινάλ σουτιτρέ,” αλλά μεταφρασμένος στην τοπική διάλεκτο παρακαλώ – στην οποία οι λαρυγγισμοί, τα έγκαστρα και οι συχνότητες του ρεφλούξ ασιντ είναι κατάτι πιο εξτρέμ από την ήδη αντισεξουαλική δανική της βασιλίσσης Μαργκρέτε και του Λαρς φον Τρίερ (τον οποία μπορώ, παίρνοντας βαθιές ανάσες, τουλάχιστον κάπως να καταλάβω).

***

Με τα γοητευτικά μοιρολόγια τους το υποδεχτήκαμε το πρώτο χάραμα του 2005 – σχήμα λόγου είναι αυτό βέβαια, καθότι το πρώτο χάραμα το περιμένουμε γύρω στον Απρίλη.

Ούτε πόκα, ούτε Ντόρα, ούτε Φέιμ Στόρι εδώ λοιπόν. Μόνο ο νόστος της Λέιλα, το ανεπιτήδευτο κιτς της Μαρίνε, ο πιτορέσκ επαρχιωτισμός του γερο-Φογκ, το σκοτάδι, και ο αντικυκλώνας του Σκαγκεράκ. Καλή χρονιά να έχετε, αλλά το ρεβεγιόν σας δεν το ζηλεύω.