Cinema, Life, Racism


Πριν από μερικές εβδομάδες έληξε το 41ο διεθνές φεστιβάλ κιν/φου του Σικάγου και σύμφωνα με την ήδη διετή παράδοση κατάφερα να δω τρεις ταινίες μεγάλου μήκους και ένα μάτσο shorts. Οι δύο feature-length και μια μικρού μήκους ταινίες ασχολούνταν με το θέμα που βρέθηκε στην τηλεοπτική επικαιρότητα για διάφορους λόγους σε αμφότερες της πλευρές του ωκεανού. Από τη μια ο θάνατος της Ρόζα Παρκς, από την άλλη το ξεχείλισμα της περιθωριοποίησης στις cités, μας έφεραν – εμάς του “μεσαίου χώρου” και της “μεσαίας τάξης” – και πάλι κατα πρόσωπο με ένα πανάρχαιο ανθρώπινο χαρακτηριστικό: το ρατσισμό.

Θα ξεκινήσω με την υπερατλαντική εκδοχή του politics and culture of race που πραγματεύονταν οι τρεις ταινίες που ανέφερα: το ντοκυμαντέρ The Boys of Baraka, το ψευδο-ντοκυμαντέρ Jesus Children of America του Σπαίκ Λι, και το pretentious Manderlay του Λαρς φον Τρίερ. Πιο υπερρεαλιστική απ’όλες ήταν τελικά η πρώτη όπου μια ντουζίνα μαύροι πιτσιρικάδες από μια ζόρικη γειτονιά της Βαλτιμόρης πηγαίνουν για μια σχολική χρονιά σ’ενα σχολείο στην …Κένυα, για να διατηρήσουν την ελπίδα της λύτρωσης από το αδιέξοδο του γκέτο. Δεν ξέρω πώς ακριβώς να σχολιάσω το ότι στον 21ο αιώνα, προκειμένου να νικήσουν τις αδυσώπητες στατιστικές που τους θέλουν να ενηλικιώνονται είτε πίσω από σίδερα ή κάτω από το χώμα, παιδιά που ζουν λίγες δεκάδες μίλια από το κέντρο της εξουσίας στην πλουσιότερη και ισχυρότερη και ελευθερότερη χώρα του πλανήτη, πρέπει να πάνε στην …Κένυα. Truly, the land of opportunity αυτές οι ΗΠΑ…

Εντυπωσιακά ευθύβολη ήταν και η μικρού μήκους ταινία του Σπάικ Λι, διαπραγματευόμενη το θέμα της με εξαιρετικό ρεαλισμό και καμιά διάθεση ωραιοποίησης ή ηρωοποίησης ή affirmative-action επιείκιας. Μέσα σε 20 περίπου λεπτά παρουσιάζεται η τραγικότητα της σύγχρονης μαύρης υποκουλτούρας – και το πρόθεμα “υπο-” δεν έχει κριτική αλλά μάλλον ταξινομική έννοια: οι Αφροαμερικανοί, by-and-large, ζουν σε ένα δικό τους, παράλληλο κόσμο που ελάχιστα εφάπτεται εκείνον της mainstream Αμερικής. Κατά πόσο το κάνουν από επιλογή και κατά πόσο από ανάγκη δε θα με απασχολήσει εδώ. Το σημαντικό είναι ότι πρόκειται για ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού με πλήρη πολιτικά δικαιώματα και ξεκάθαρη, unambiguous, εθνική συνείδηση το οποίο είναι περιθωριοποιημένο σε πολλαπλές διαστάσεις – “ξένοι” στον ίδιο τους τον τόπο. Το πιο ενδιαφέρον twist της ταινίας αφορά στην παρουσία του ρατσισμού μέσα σε μια κοινότητα που είναι η ίδια της θύμα ρατσισμού.

Το εγχείρημα του Τρίερ με εντυπωσίασε τα μάλα – αλλά ίσως να φταίει η ελλιπής κινηματογραφική μου παιδεία. Το Manderlay κινείται στα όρια μεταξύ θεάτρου και κινηματογράφου και θέτει ένα σωρό αιχμηρά και ενοχλητικά ερωτήματα περί παντός επιστητού, από την ελευθερία μέχρι την πλειοψηφική δημοκρατία, από τη δικαιοσύνη μέχρι την ισότητα κ.ο.κ. Όλα αυτά με αφορμή την (με το ζόρι;) απαλλαγή μιας ομάδας μαύρων από τη δουλεία τους σε μια φυτεία του Αμερικάνικου Νότου, και με την θεμελιακά pretentious άποψη που μπορεί να έχει κάποιος που δεν έχει πατήσει ποτέ το πόδι του στην Αμερική. Πολλοί ίσως σταθούν στον παραλληλισμό της εξ’άνωθεν απελευθέρωσης με τη ματαιοπονία του nation-building, αλλά αυτό που περισσότερο ενδιαφέρει εμένα είναι η επαναφορά της ερώτησης «τις πταίει;» – μια ερώτηση που φυσικά γίνεται πολύ πιο αυθόρμητα στις δυο πρώτες ταινίες που περιέγραψα.

Ποιος δηλαδή φταίει για την παρούσα κατάσταση της μαύρης κοινότητας στις ΗΠΑ, και κυρίως πώς μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση/κατάντια; Και ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές με τις άλλες περιθωριοποιημένες εθνοτικές/θρησκευτικές ομάδες με τα τύποις πλήρη πολιτικά δικαιώματα που ζουν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού; Αυτό το τελευταίο ερώτημα θα το αφήσω για άλλη φορά, αλλά τα δυο πρώτα έχουν περίπου προφανή απάντηση.

Φταίνε όλοι για τον παραμερισμό των μαύρων: και η ευρύτερη κοινωνία που αφήνεται στην ευκολία του στερεότυπου, και όσοι μαύροι αποφεύγουν το βάρος της προσωπικής ευθύνης, και η κοινότητά τους που με κάποιον τρόπο αφήνει τη σαπίλα να στεριώσει και να παρασύρει κι άλλους. Γι’αυτό το λόγο, ούτε από μόνη της η affirmative action είναι αρκετή (καθώς μπορεί να υπονομεύσει και την αυτοπεποίηθηση των ωφελούμενων και τη θέση τους μέσα στην λευκοκρατούμενη κοινότητα), ούτε η από καθέδρας εμμονή για περισσότερη υπευθυνότητα έχει ουσιαστικό αντίκρυσμα (χρειάζεται ηρωική επιμονή και τύχη για να βγει κάποιος από το συνήθη βούρκο του γκέτο, και είναι άδικο το να ζητάς από κάποια παιδιά να γίνουν ήρωες ενώ από άλλα απλώς να μη μιλούν συνέχεια στο τηλέφωνο).

Πίστη μου είναι ότι αν η ίδια η μαύρη κοινότητα αποβάλει ενσυνείδητα την κουλτούρα της παραίτησης (*) τότε μόνο το αναγκαίο σπρώξιμο από τον κοινωνικό μηχανισμό του κράτους (ώστε να ισιώσει λίγο το γήπεδο) και η πάντα απαραίτητη αίσθηση της ατομικής ευθύνης θα μπορέσουν να φέρουν την πραγματική (δηλαδή σε επίπεδο κοινότητας και όχι ατομικό) ενσωμάτωση πιο κοντά. Δεν είναι βέβαια καθόλου σίγουρο ότι αυτή η trifecta θετικών ενεργειών θα στεριώσει ποτέ, αλλά δεν υπάρχει κι άλλη ελπίδα.

(*) Στοιχεία αυτής της κουλτούρας δίνει με έξοχο τρόπο ο Σπαίκ Λι στο “Do The Right Thing”.



3 σχόλια


1
Από: S G

η κατασταση των μαυρων στην αμερικη πραγματικα με προβληματιζει αρκετα.

Βλεπω τωρα παλι το Μαλκολμ Χ και εχω δει προσφατα και το Do The Right Thing (ταινιαρα). Ο Λη βγαζει ωραια τα προβληματα τους και ειδικα νομιζω τα λαθη των ιδιων. το ποσο επικεντρωνονται οι μαυροι στο να διαφερουν απο τους λευκους. Απο τα χρονια που ισιωναν τα μαλλια τους για να μοιαζουν λευκοι εχουν φτασει τωρα στην υπερβολικη σταση black and I’m proud, που θελουν να μοιαζουν σωνει και καλα με μια πλαστη ταυτοτητα μαυρου πουχουν φτιαξει. Ετσι ας πουμε ειναι λαθος για εναν μαυρο (στα ματια της κοινοτητας, filvn ktl) οταν διαβαζει πολυ στο σχολειο, οταν μιλαει σωστα αγγλικα και γενικα οταν κανει αυτο που λενε act white, το οποιο στην ουσια ειναι να ψανχει για ενα καλυτερο μελλον… Δυσκολη κατασταση, δυσκολη και δεν θα ξεπεραστει αν δεν απορριψουν ολες τις κακες τακτικες τους σαν ηλιθιες αντι να τις προστατευουν σαν “μαυρη παραδοση”. (κατι μου θυμιζει αυτο, μια νοτιευρωπαϊκη χωρα που κραταει τρελες μισαλλλοδοξες ιδεες επειδη ειναι “παραδοση”)

ΥΓ ενδιαφερον, αν και κωμωδια, ειναι και το Barber Shop για το θεμα

24 November, 2005 στις 1:55 pm
2
Από: Tassos

S G, είναι δύσκολο για κάποιον από μας να πούμε τι είναι «πλαστή ταυτότητα» και τι legitimate παράδοση. Η πολιτισμική διαφορετικότητα είναι πραγματικό asset για την ανθρωπότητα συνολικά αλλά σε ποιο βαθμό πρέπει να «περιφρουρείται» και σε βάρος ποιων προτεραιοτήτων είναι ανοιχτό ζήτημα.

Προσωπικά, είμαι πάνω στον proverbial φράχτη όταν έρχεται η συζήτηση στο θέμα του pride (gay, black, greek, etc.)

26 November, 2005 στις 9:55 am
3
Από: tjm++

Εγώ πάλι φίλε Τάσσο, δεν ξέρω αν θα πρέπει να ασχολούμαστε περισσότερο με τους μαύρους και τα αδιέξοδά τους, όσο με την προάσπιση των δικαιωμάτων μερικών δικών μας “τάξεων”, όχι απαραίτητα κοινωνικών ή οικονομικών. Και με το “δικών μας” εννοώ αυτών που κατοικοεδρεύουν εν Ελλάδι, μέσα σε ένα άκρως ρατσιστικό περιβάλλον. Το θέμα έχει συζητηθεί αρκετά, αλλά λύση δε βλέπω, παρά μόνο παραφιλολογία. Ο γράφων ΔΕΝ εξαιρείται.

Μια ταινία αποφάσισε να βγάλει ο Γιάνναρης και τον γιουχάρανε. Βέβαια, βοήθησε και η ιταμή συμπεριφορά κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ Θεσ/νίκης τότε, αλλά το θέμα της ταινίας του, όντας πρωτότυπο για την συντηρητική κοινωνία της Ελλάδας, βοήθησε σε μέγιστο βαθμό.

Ξέρεις καλύτερα από μένα ότι έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για απεικόνιση των συνθηκών αυτών των ομάδων σε ταινίες, με τον Αγγελόπουλο να κάνει τη δική του, αλλά νομίζω ότι χρειάζεται ένα μάτι εκ του έσω, ανάλογο του Σπάικ Λι, για να προσπαθήσει να προσεγγίσει την πραγματική κατάσταση. Και στην Ελλάδα, δυστυχώς, δε βλέπω και πολλά τέτοια μάτια να υπάρχουν.

26 November, 2005 στις 3:21 pm